Διάγνωση και θεραπεία της χαμηλής τεστοστερόνης

Οι ειδικοί διαπιστώνουν ότι μιλούν όλο και συχνότερα στους άνδρες ασθενείς τους για τα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης. Αυτό συμβαίνει τόσο γιατί αυξάνεται ο αριθμός των ανδρών μεγαλύτερης ηλικίας όσο και γιατί είναι περισσότεροι οι άνδρες που είναι ανοιχτοί στη συζήτηση σχετικά με τη στυτική δυσλειτουργία.

Η αύξηση της συχνότητας των διαγνώσεων της χαμηλής τεστοστερόνης, όμως, δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση των ηλικιωμένων, στον περιορισμό του στιγματισμού και στην μεγαλύτερη ακρίβεια των τεστ.
Σημαντικό ρόλο έχουν παίξει και τα media, τα οποία προβάλλουν διαφημιστικές καμπάνιες που συνδέουν την έλλειψη ευεξίας με τη χαμηλή τεστοστερόνη. Η κόπωση, η αδυναμία, η κατάθλιψη και η μειωμένη Libido είναι συχνά συμπτώματα της πτώσης των επιπέδων τεστοστερόνης.

Ο διακεκριμένος ενδοκρινολόγος του Lenox Hill της Νέας Υόρκης, Σπύρος Μεζίτης, εκτιμά ότι το 1/3 των ανδρών που εξετάζει για χαμηλή τεστοστερόνη έχει όντως επίπεδα χαμηλότερα από τα φυσιολογικά. Κάποιες φορές, λοιπόν, το πρόβλημα εντοπίζεται στην τεστοστερόνη, κάποιες φορές στον θυρεοειδή και κάποιες άλλες δεν σχετίζεται καθόλου με τις ορμόνες.

Η τεστοστερόνη είναι η κατεξοχήν ανδρική ορμόνη η οποία μεταξύ άλλων ευθύνεται για την τριχοφυΐα στο πρόσωπο και το στήθος του άνδρα και κινητοποιεί τη σεξουαλική του ορμή. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας η τεστοστερόνη βοηθά στην ανάπτυξη της μυϊκής μάζας κι ενισχύει το μέγεθος του πέους και των όρχεων. Μετά την ενηλικίωση διατηρεί τη μυϊκή και οστική μάζα, καθώς και το ενδιαφέρον για τη σεξουαλική δραστηριότητα.

Μετά την ηλικία των 30, οι περισσότεροι άνδρες αρχίζουν να εμφανίζουν μια σταδιακή μείωση της τεστοστερόνης. Συχνά η μείωση της σεξουαλικής ορμής συνοδεύεται από την πτώση των επιπέδων της ορμόνης και οδηγεί τους άνδρες στη λανθασμένη πεποίθηση ότι το μειωμένο σεξουαλικό ενδιαφέρον είναι αποτέλεσμα της αύξησης της ηλικίας.

Οι ειδικοί όμως τονίζουν ότι η βαθμιαία μείωση της τεστοστερόνης λόγω ηλικίας δεν μπορεί να οδηγήσει στην παντελή έλλειψη σεξουαλικού ενδιαφέροντος και ειδικά όταν πρόκειται για ασθενείς στα 20, τα 30 ή τα 40 τους, πρέπει σίγουρα να αναζητηθούν και άλλοι λόγοι πέρα από την ηλικία.

Πολλά μάλιστα από τα συμπτώματα της χαμηλής τεστοστερόνης είναι συμπτώματα και άλλων ιατρικών προβλημάτων, όπως είναι ο διαβήτης, η κατάθλιψη, η υπέρταση και η στεφανιαία καρδιακή νόσος. Σήμερα οι ειδικοί, αφού αποκλείσουν τις άλλες πιθανές εξηγήσεις των συμπτωμάτων, κάνουν συγκεκριμένη εξέταση αίματος για τον προσδιορισμό των επιπέδων της τεστοστερόνης.

Πότε όμως τα επίπεδα της τεστοστερόνης θεωρούνται χαμηλά;

Τα κατώτερα φυσιολογικά επίπεδα κυμαίνονται γύρω στα 300ng/dL και τα ανώτερα στα 800ng/dL, ανάλογα με το εργαστήριο. Μια τιμή χαμηλότερη των κατώτερων φυσιολογικών ορίων μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, στους οποίους περιλαμβάνονται:

• ο τραυματισμός των όρχεων
• ο καρκίνος των όρχεων, καθώς και η θεραπεία για τον καρκίνο των όρχεων
• οι ορμονικές διαταραχές
• οι λοιμώξεις
• ο HIV και το AIDS
• τα χρόνια νοσήματα των νεφρών και του ήπατος
• ο διαβήτης τύπου 2
• η παχυσαρκία.

Κάποιες γενετικές καταστάσεις, καθώς και κάποια φάρμακα μπορούν επίσης να μειώσουν τα επίπεδα τεστοστερόνης των ανδρών. Η αυξημένη ηλικία ενδέχεται να συμβάλλει στη μείωση των τιμών σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ σε κάποιες άλλες η αιτία είναι άγνωστη.

Μια χαμηλή τιμή τεστοστερόνης δεν συνοδεύεται πάντα από την εμφάνιση συμπτωμάτων, όταν όμως η τιμή είναι 200 ή 100 ng/Dl συνήθως υπάρχει μια ένδειξη.

Πολλοί είναι οι ειδικοί που πιστεύουν ότι οι άνδρες με χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης από τα φυσιολογικά είναι σημαντικό να λαμβάνουν θεραπεία ακόμα κι αν δεν έχουν συμπτώματα, γιατί η χαμηλή τεστοστερόνη οδηγεί στη μείωση της οστικής πυκνότητας με αποτέλεσμα τα οστά να γίνονται εύθραυστα κι επιρρεπή σε κατάγματα. Πολλές φορές, μάλιστα, η μείωση της οστικής πυκνότητας δεν δίνει καμία ένδειξη πριν να είναι αργά.

Τονίζεται, όμως, ότι η σταδιακή μείωση της τεστοστερόνης που εμφανίζεται με την αύξηση της ηλικίας είναι αναμενόμενη και υποψήφιοι για θεραπεία μπορεί να θεωρηθούν μόνο οι άνδρες που έχουν συμπτώματα που σχετίζονται με τη χαμηλή τεστοστερόνη.

Αν η χαμηλή τεστοστερόνη ενός νέου άνδρα, για παράδειγμα, αποτελεί πρόβλημα για ένα ζευγάρι που προσπαθεί να τεκνοποιήσει, οι ενέσεις τεστοστερόνης είναι, σύμφωνα με τους ειδικούς, η καλύτερη ίσως εναλλακτική. Οι ενέσεις αυτές χορηγούνται καθεμία με τρεις εβδομάδες κι ενεργοποιούν την παραγωγή και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων. Όταν το πρόβλημα δεν είναι η γονιμότητα, η καλύτερη εναλλακτική για τη θεραπεία υποκατάστασης είναι η καθημερινή χρήση τζελ ή επιθέματος τεστοστερόνης.

Ακριβώς επειδή χρησιμοποιούνται σε καθημερινή βάση, οι μέθοδοι αυτές μπορούν να κρατήσουν σταθερά τα επίπεδα της τεστοστερόνης και να θέσουν υπό έλεγχο τα συμπτώματα. Οι άνδρες όμως που εφαρμόζουν τζελ τεστοστερόνης στο δέρμα τους είναι σημαντικό να προστατέψουν τους γύρω τους από το να έρθουν σε επαφή με αυτό. Μια νέα σχετικά μορφή υποκατάστασης της τεστοστερόνης γίνεται με την εμφύτευση σφαιριδίων τεστοστερόνης κάτω από το δέρμα των γλουτών, τα οποία απελευθερώνουν ποσότητες της ορμόνης για 3-4 μήνες.

Εάν όντως τα συμπτώματα οφείλονται στη χαμηλή τεστοστερόνη, οι ασθενείς βλέπουν σημαντική διαφορά μέσα στις πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας υποκατάστασης.

Υπάρχουν όμως και σημαντικοί κίνδυνοι. Η θεραπεία υποκατάστατης της τεστοστερόνης μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων, καθώς και το μέγεθος των μαστών του άνδρα. Μπορεί επίσης να επιταχύνει την αύξηση του μεγέθους του προστάτη. Οι άνδρες με ιστορικό καρκίνου του μαστού δεν επιτρέπεται να λάβουν θεραπεία με τεστοστερόνη.

Παράλληλα, η εν λόγω θεραπεία αντενδείκνυται για τους άνδρες με καρκίνο του προστάτη, αν και κάποιοι ειδικοί χορηγούν υπό προϋποθέσεις τεστοστερόνη σε άνδρες που έχουν λάβει θεραπεία για αυτόν τον τύπο καρκίνου.

Σε κάθε περίπτωση οι ειδικοί τονίζουν ότι η θεραπεία υποκατάστασης με τεστοστερόνη είναι ασφαλής όταν ο ασθενής βρίσκεται υπό προσεκτική παρακολούθηση. Εάν ένας άνδρας έχει συμπτώματα είναι απαραίτητο να απευθυνθεί στον ειδικό.

Πηγή: webmd

 

Μιλήστε
μας