Μπορούν τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα να επιδράσουν στη διαμόρφωση του ανοσοποιητικού συστήματος;

Μπορεί η αυξανόμενη μετάδοση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων να έχει επίδραση στη διαμόρφωση του ανοσοποιητικού συστήματος των θηλαστικών;

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας μελέτης που δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε έγκυρο επιστημονικό περιοδικό η παραπάνω ιδέα φαίνεται ότι δεν ισχύει στην περίπτωση των ποντικών. Η μελέτη, ωστόσο, εντόπισε ότι οι συνθήκες ζωής και το περιβάλλον αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που σχετίζονται με τροποποιήσεις του ανοσοποιητικού συστήματος των θηλαστικών.

Το ανοσοποιητικό σύστημα προστατεύει οργανισμούς από τα νοσήματα και για αυτό ο εντοπισμός των παραγόντων που το επηρεάζουν και το διαμορφώνουν έχει τεράστιο ενδιαφέρον τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ζώα. Το ερώτημα των ερευνητών ήταν εάν η έκθεση στα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να κινητοποιήσει την τροποποίηση της ανοσίας των θηλαστικών. Κάποια πρώτα δεδομένα έδειχναν πως αυτό ισχύει σε κάποια πρωτεύοντα και σαρκοφάγα θηλαστικά και για το λόγο αυτό υπήρχε η πεποίθηση ότι μπορεί να ισχύει για το σύνολο των θηλαστικών. Μια ομάδα ερευνητών όμως από το γερμανικό ινστιτούτο Leibniz έδειξε ότι στην περίπτωση των ποντίκων, οι οποίοι εκπροσωπούν το 40% όλων των ζωντανών θηλαστικών, δεν ισχύει η τροποποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος εξαιτίας της αυξημένης έκθεσης στα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Για τους σκοπούς της μελέτης οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δεδομένα από 145 μελέτες σε ποντικούς. Ως μέτρα αξιολόγησης του ανοσοποιητικού συστήματος χρησιμοποίησαν το συνολικό αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων, καθώς και τον αριθμό των ουδετερόφιλων και των λεμφοκυττάρων.

Για να ποσοτικοποιήσουν τον κίνδυνο προσβολής από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα χρησιμοποίησαν τη μέτρηση της μάζας των όρχεων, ο οποίος θεωρείται ένας προγνωστικός παράγοντας του αριθμού των σεξουαλικών συντρόφων σε όλα τα είδη. Οι ερευνητές έλαβαν επίσης υπόψη στην ανάλυση των δεδομένων τις διαφορές στη μάζα σώματος και στις συνθήκες ζωής. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα μεγαλόσωμα είδη εμφάνιζαν αύξηση του αριθμού των κύτταρων του ανοσοποιητικού, ενώ επίσης τα θηλαστικά που κατοικούσαν σε περιβάλλον αιχμαλωσίας είχαν μεγαλύτερο αριθμό λεμφοκυττάρων σε σύγκριση με αυτά που ζούσαν ελεύθερα. Το μέγεθος των όρχεων, όμως, δε βρέθηκε να σχετίζεται με την ανοσία, το οποίο σημαίνει ότι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ανοσοποιητικού συστήματος των ποντικών.

Όπως είναι ευρέως γνωστό τόσο η συχνότητα των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων, όσο και οι ανοσολογικοί παράγοντες μπορεί να διαφέρουν ανάμεσα στις διάφορες ομάδες θηλαστικών. Με τον ίδιο τρόπο μπορεί να διαφέρει και ο βαθμός επίδρασης των σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Παράλληλα, η μελέτη ανέδειξε επίσης τις επιπτώσεις της αιχμαλωσίας στη φυσιολογία των οργανισμών. Αυτό σημαίνει ότι τα ευρήματα που προέρχονται από πληθυσμούς σε αιχμαλωσία είναι σημαντικό να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη από τους επιστήμονες εάν θέλουν να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο η εξελικτική διαδικασία έχει επιδράσει στο ανοσοποιητικό σύστημα με το πέρασμα των χρόνων.

Η αναγνώριση των παραγόντων που διαμορφώνουν την ανοσία στα θηλαστικά είναι πιθανό να οδηγήσει τελικά σε εξελίξεις στην ιατρική θεραπεία. Οι μελέτες που χρησιμοποιούν ποντικούς είναι ιδιαιτέρα σημαντικές γιατί είναι βασικοί εκπρόσωποι των θηλαστικών, ενώ παράλληλα συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο στα πειραματικά μοντέλα της βιοχημικής έρευνας.
Πηγή : medicalnewstoday

Μιλήστε
μας